Του Παύλου Καλογεράκη:
Υπάρχουν στιγμές που ένας τόπος παγώνει. Που ο χρόνος σταματά ξαφνικά σαν να κόπηκε το νήμα της καθημερινότητας από ένα αόρατο χέρι. Ένα τηλέφωνο μέσα στη νύχτα. Μια σειρήνα ασθενοφόρου που σχίζει τη σιωπή. Μια μάνα που πετάγεται όρθια χωρίς να ξέρει ακόμη γιατί η καρδιά της χτυπά τόσο δυνατά. Ένας πατέρας που αρνείται να πιστέψει όσα ακούει. Ένα σπίτι που πριν από λίγες ώρες είχε γέλια, σχέδια, μικρές ασήμαντες κουβέντες, και ξαφνικά βυθίζεται σε πένθος αβάσταχτο.
Ένα θανατηφόρο τροχαίο, (αλλά ακόμα και ένα τροχαίο με σοβαρούς τραυματισμούς), δεν είναι ένας αριθμός σε μια στατιστική υπηρεσία. Δεν είναι μια σύντομη είδηση που θα διαβαστεί βιαστικά και θα ξεχαστεί το επόμενο πρωί. Είναι μια ζωή που κόπηκε απότομα. Είναι ένα άδειο δωμάτιο. Ένα τραπέζι όπου θα λείπει για πάντα μια θέση. Είναι η φωτογραφία ενός παιδιού ή ενός συζύγου ή ενός γονιού που θα μείνει ακίνητη πάνω σε ένα έπιπλο, ενώ ο χρόνος γύρω της θα συνεχίζει αδυσώπητα να προχωρά.
Και όμως, στους δρόμους μας, καθημερινά, μοιάζει σαν να έχουμε συνηθίσει αυτόν τον κίνδυνο. Τα τροχοφόρα, ιδιαίτερα τα δίτροχα, έγιναν πολλές φορές σύμβολα όχι μετακίνησης αλλά επίδειξης, αλόγιστης ταχύτητας και επικίνδυνης ελευθερίας. Νεαρά παιδιά, με το αίμα να βράζει και την αίσθηση της αθανασίας να κυριαρχεί μέσα τους, ανεβαίνουν σε μια μηχανή ή σε ένα αυτοκίνητο και θεωρούν πως ο δρόμος είναι προσωπική πίστα. Η ταχύτητα γίνεται μέθη. Το αλκοόλ προστίθεται συχνά ως δεύτερη καταστροφή. Και τότε αρκεί μια στιγμή. Μια μόνο στιγμή. Ένα γλίστρημα, μια λάθος εκτίμηση, μια στροφή που δεν συγχωρεί.
Οι στενοί δρόμοι των νησιών και των παλιών πόλεών μας, δρόμοι φτιαγμένοι σε άλλες εποχές για κάρα και ζώα, δεν μπορούν να αντέξουν τη μανία της σύγχρονης ταχύτητας. Η ελλιπής σήμανση, ο κακός φωτισμός, τα ανύπαρκτα πεζοδρόμια, οι λακκούβες και η κυκλοφοριακή ασυνειδησία δημιουργούν ένα εκρηκτικό θανατηφόρο μείγμα. Μα πάνω από όλα στέκεται ο ανθρώπινος παράγοντας. Γιατί όσο κι αν βελτιωθούν οι δρόμοι, όσο κι αν αυξηθούν οι έλεγχοι, τίποτε δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη σύνεση.
Δεν είναι δυνατόν κάθε πολίτης να έχει δίπλα του έναν αστυνόμο. Δεν γίνεται σε κάθε γωνιά να στέκεται ένας τροχονόμος για να συγκρατεί την παράνοια της στιγμής. Η πραγματική αστυνόμευση πρέπει να γεννηθεί μέσα στη συνείδηση του καθενός. Εκεί όπου ο άνθρωπος αποφασίζει αν θα πατήσει περισσότερο το γκάζι ή αν θα σκεφθεί πως λίγα μέτρα πιο κάτω μπορεί να περνά ένα παιδί. Και αυτό είναι το πιο τρομακτικό απ’ όλα. Οι δρόμοι γύρω από σχολεία και γειτονιές. Εκεί όπου μικρά μαθητούδια περπατούν με τις τσάντες στην πλάτη, γελούν, τρέχουν, ονειρεύονται χωρίς να γνωρίζουν πως η απερισκεψία ενός οδηγού μπορεί να μετατρέψει μέσα σε δευτερόλεπτα τη χαρά μιας οικογένειας σε αιώνιο θρήνο. Πόσοι γονείς δεν σφίγγουν την καρδιά τους μέχρι να επιστρέψει το παιδί στο σπίτι; Πόσες φορές δεν ακούμε μηχανές να ουρλιάζουν δίπλα σε σχολεία, σαν να μην υπάρχει κανένας κίνδυνος, σαν να μην αξίζει τίποτε η ανθρώπινη ζωή; Εκεί, για τους δύσκολους δρόμους προς το 4ο Γυμνάσιο της πόλης μας, πόσες και πόσες φορές δεν έλεγα στους μαθητές μου είτε ερχόταν με τα πόδια είτα με το ποδήλατο: «προσέξετε, σας θέλω ζωντανούς και αύριο»
Ιδίως τώρα που πλησιάζει το καλοκαίρι, η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνη. Η κίνηση αυξάνεται, οι δρόμοι γεμίζουν επισκέπτες, νέους οδηγούς, ενοικιαζόμενα δίκυκλα, βιασύνη, μουσικές, νυχτερινές εξόδους, αλκοόλ. Το καλοκαίρι που θα έπρεπε να είναι εποχή χαράς, γίνεται δυστυχώς πολλές φορές εποχή τραγωδιών. Κάθε χρόνο ακούμε για παιδιά που δεν γύρισαν ποτέ από μια βόλτα. Και τότε έρχεται η πιο σκληρή στιγμή. Το νοσοκομείο. Η αναγνώριση. Το παγωμένο χέρι ενός παιδιού που πριν από λίγες ώρες κρατούσε το τιμόνι γελώντας. Η μάνα που καταρρέει. Ο πατέρας που προσπαθεί να σταθεί όρθιος, αλλά μέσα του διαλύεται. Τα αδέλφια, οι φίλοι, οι συγγενείς που δεν μπορούν να δεχθούν ότι μια ασυλλόγιστη στιγμή έσβησε μια ολόκληρη ζωή. Για οικογένειες που αντί να ετοιμάζουν γιορτές και ταξίδια, ετοιμάζουν κηδείες. Ο Θεός να τους δίνει κουράγιο. Το χρειάζονται πολύ!
Κανείς δεν ξεπερνά πραγματικά έναν τέτοιο πόνο. Ο χρόνος απλώς μαθαίνει στους ανθρώπους να ζουν με την πληγή. Μα η απουσία παραμένει. Σε κάθε γιορτή. Σε κάθε οικογενειακό τραπέζι. Σε κάθε καλοκαίρι που επιστρέφει και θυμίζει εκείνη τη μοιραία μέρα. Γι’ αυτό χρειάζεται κάτι περισσότερο από νόμους και πρόστιμα. Χρειάζεται παιδεία. Χρειάζεται σεβασμός προς τη ζωή. Ο οδηγός οποιουδήποτε τροχοφόρου πρέπει να καταλάβει πως όταν κρατά τιμόνι ή μηχανή, δεν κρατά παιχνίδι. Κρατά δύναμη που μπορεί να σκοτώσει. Και το κράνος δεν είναι ντροπή. Η χαμηλή ταχύτητα δεν είναι δειλία. Η αποφυγή του αλκοόλ δεν είναι αδυναμία. Είναι ευθύνη. Είναι πολιτισμός. Είναι αγάπη προς τη δική μας ζωή αλλά και προς τις ζωές των άλλων.
Στο νησί μας, όπως και σε τόσους άλλους τόπους, υπάρχουν εκατοντάδες σημεία όπου παραμονεύει ο θάνατος. Στροφές επικίνδυνες, στενά περάσματα, δρόμοι σκοτεινοί. Μα ο «μαυροφορεμένος με το μεγάλο δρεπάνι» δεν νικά μόνο εξαιτίας των δρόμων. Νικά κυρίως όταν εμείς του ανοίγουμε την πόρτα με την αμυαλοσύνη μας. Ας γίνει λοιπόν αυτό το καλοκαίρι ένα καλοκαίρι περισσότερης προσοχής. Περισσότερης σύνεσης. Περισσότερου σεβασμού. Ας θυμηθούμε πως κάποιος μας περιμένει πάντα στο σπίτι. Ένας άνθρωπος που θέλει να μας δει να επιστρέφουμε ασφαλείς.