Πάντα η γιαγιά μου έλεγε ότι η αγάπη θα μας σώσει! Εγώ την άκουγα πολύ προσεκτικά γιατί μου άρεσαν οι ιστορίες της. Και τώρα που έγινα κι εγώ γιαγιά βγάζω σιγά σιγά μια ιστορία από το ντουλαπάκι του μυαλού μου και τη λέω στα δικά μου εγγονάκια. Ήταν λοιπόν ένα παιδί ο Τάσος που όποτε άκουγε κεραυνούς έτρεχε να κρυφτεί. Φοβόταν πολύ και δεν έβγαινε αν δεν τον πήγαιναν αγκαλιά στο κρεβάτι του!
Στις διακοπές των Χριστουγένων πήγε με τους γονείς του στο όμορφο χωριό τους να μείνουν με τη γιαγιά και τον παππού! Εκείνο το βράδυ οι αστραπές και οι κεραυνοί δε σταματούσαν. ”Απόψε θα ρίξει πολύ βροχή είπε η γιαγιά,ας κάτσουμε δίπλα στο τζάκι να πούμε καμιά ιστορία”!
Ο Τάσος άλλο που δεν ήθελε! Κάθησε πάνω στην κόκκινη φλοκάτη και κοίταζε με τα πελώρια μάτια του την αγαπημένη του γιαγιά! ΄Κάποτε ήταν δυο παιδάκια ο Γιώργος και η Ζωή που ζήτησαν από τη γιαγιά τους να τα βοηθήσει να φτιάξουν την πίτα της αφοβίας. Εκείνη που δε τους χαλούσε χατήρι τους υποσχέθηκε να τη φτιάξουν μαζί. Έπρεπε όμως να βγουν στο δάσος και να φέρουν τα υλικά για την κατασκευή της! Το πρώτο που έπρεπε να φέρουν ήταν τα ξύλα. Πήραν μαζί τους ένα χακί τσουβάλι φτιαγμένο από πανί και πήγαν πίσω από τη γιαγιά τους.
Εκείνη τους εξήγησε πως τα ξύλα αυτά ήταν πολύ γέρικα και δεν μπορούσαν να σταθούν πάνω στα δέντρα. Έτσι έπεσαν κάτω και σάπιζαν από τις βροχές. Αφού μάζεψαν αρκετά τα πήγαν στο σπίτι. Την άλλη μέρα πήγαν στο μυλωνά. Εκεί έμαθαν ότι τα σποράκια που φύτεψαν με το νερό και τον ήλιο έγιναν σιτάρι που ο μυλωνάς με τα μηχανήματα το λιώνει και το κάνει αλεύρι. Έτσι πήραν και το αλεύρι! Έξω από την πόρτα είχαν ένα μεγάλο βασιλικό που μύριζε όλο το χωριό. Αυτό θα γίνει η μαγιά,μας είπε η γιαγιά καμαρωτά. Θα το βάλουμε πάνω από την πίτα μας και θα φουσκώσει,ώστε να ψηθεί! Μετά από λίγο πήγαν στο σταύλο και βρήκαν την αγελάδα που τους κοίταζε με τα μεγάλα μάτια της. Μέσα σ’ένα δοχείο μεταλλικό έβαλε το γάλα που άρμεξε την αγελάδα.
Και αμέσως μετά πήγανε στο κοτέτσι. Εκεί οι κότες είχαν κάνει πέντε αυγά. Άσπρα και λαχταριστά κι αρκετά μεγάλα! Τα πήγαν κι αυτά μέσα στο σπίτι. Ύστερα η γιαγιά έβγαλε νερό από το πηγάδι. Τώρα μας μένει το αλάτι είπε η γιαγιά. Έφερε ένα μικρό σακουλάκι με αλάτι άσπρο σαν το χιόνι, που μόνη της είχε μαζέψει από τα βράχια εκεί που έσκαγε το κύμα της θάλασσας. Και τώρα παιδιά είπε βάζουμε όλα μας τα υλικά κι αρχίζουμε το ζύμωμα!
Ζύμωναν τα παιδιά κι η γιαγιά τραγουδούσε ένα παραδοσιακό τραγούδι που μίλαγε για το θάρρος των ανθρώπων και την τόλμη. Χαίρονταν τα παιδιά που με τα δικά τους χέρια έγινε το ζυμάρι.
Και πάνω πάνω έβαλαν τα κλωνάρια του πλατύφυλλου βασιλικού! Περίμεναν αρκετές ώρες μέχρι να φουσκώσει η πίτα. Κι η γιαγιά έβαλε τα ξύλα στο φούρνο! Κι άρχισαν να καίγονται και να γίνονται μαύρα κάρβουνα! ”Τώρα θα βάλω με πολύ προσοχή την πίτα να ψηθεί και μετά θα είναι όλη δική σας”είπε περήφανη και γελαστή. Και ψήθηκε η πίτα κι έφαγαν τα παιδιά και ένιωσαν μια τεράστια δύναμη να βγαίνει από μέσα τους! Ήταν η αφοβία για τους κεραυνούς! Από τότε κάθε παιδί που φοβάται τρώει ένα κομμάτι πίτα και γίνεται δυνατό,γίνεται άφοβο!