Γράφει ο Γιώργος Χάμπας, Κοινωνιολόγος:
Οι αλλεπάλληλες γυναικοκτονίες που συγκλονίζουν τα τελευταία χρόνια την ελληνική κοινωνία δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένα εγκλήματα ή ως περιστατικά που οφείλονται αποκλειστικά στην ψυχολογική κατάσταση του δράστη. Η συχνότητα με την οποία εμφανίζονται, τα κοινά χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν και οι συνθήκες μέσα στις οποίες εκδηλώνονται, αναδεικνύουν ότι πρόκειται για ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο, βαθιά συνδεδεμένο με τις έμφυλες ανισότητες και τις σχέσεις εξουσίας που εξακολουθούν να διαπερνούν τις σύγχρονες κοινωνίες.
Ως κοινωνιολόγοι γνωρίζουμε ότι καμία μορφή βίας δεν γεννιέται στο κενό. Κάθε κοινωνία διαμορφώνει πρότυπα συμπεριφοράς, αξίες και αντιλήψεις που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τους άλλους. Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί σε ζητήματα ισότητας των φύλων, εξακολουθούν να επιβιώνουν στερεότυπα που παρουσιάζουν τον άνδρα ως κυρίαρχη φιγούρα και τη γυναίκα ως πρόσωπο που οφείλει να συμμορφώνεται σε συγκεκριμένους κοινωνικούς ρόλους. Οι αντιλήψεις αυτές δεν οδηγούν αυτόματα στη βία, δημιουργούν όμως το κοινωνικό υπόβαθρο μέσα στο οποίο η βία μπορεί να νομιμοποιηθεί ή να δικαιολογηθεί.
Πολύ συχνά, πριν από μια γυναικοκτονία έχει προηγηθεί ένας μακρύς κύκλος ελέγχου, εκφοβισμού, λεκτικής κακοποίησης, απομόνωσης και ψυχολογικής πίεσης. Η δολοφονία αποτελεί συνήθως την κορύφωση μιας ήδη βίαιης σχέσης και όχι ένα απρόβλεπτο γεγονός. Ωστόσο, τα προειδοποιητικά σημάδια συχνά υποτιμώνται τόσο από το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον όσο και από τους ίδιους τους θεσμούς. Η φράση «είναι προσωπική τους υπόθεση» εξακολουθεί να λειτουργεί ως μηχανισμός σιωπής και ανοχής, επιτρέποντας την κλιμάκωση της βίας μέχρι το σημείο χωρίς επιστροφή.
Η κοινωνική ανοχή απέναντι σε σεξιστικές αντιλήψεις αποτελεί ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα. Όταν δημόσια πρόσωπα, μέσα ενημέρωσης ή ακόμη και καθημερινές συζητήσεις αναπαράγουν αντιλήψεις που υποβαθμίζουν τη θέση της γυναίκας ή μεταθέτουν σε αυτήν μέρος της ευθύνης για τη βία που υφίσταται, ενισχύεται ένα πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι έμφυλες ανισότητες εμφανίζονται ως φυσικές και δεδομένες. Η κοινωνιολογία έχει δείξει ότι οι κοινωνικές αναπαραστάσεις δεν είναι απλές ιδέες. Διαμορφώνουν συμπεριφορές, επηρεάζουν θεσμικές πρακτικές και συμβάλλουν στη διατήρηση σχέσεων κυριαρχίας.
Παράλληλα, η συζήτηση για τις γυναικοκτονίες δεν πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά στο επίπεδο της ποινικής αντιμετώπισης. Οι αυστηρές ποινές είναι αναγκαίες, αλλά από μόνες τους δεν αρκούν για να προλάβουν τη βία. Η πρόληψη προϋποθέτει εκπαίδευση, ενημέρωση και συστηματική καλλιέργεια κουλτούρας ισότητας ήδη από τις μικρές ηλικίες. Το σχολείο, η οικογένεια και οι κοινωνικοί θεσμοί οφείλουν να συμβάλλουν στη διαμόρφωση σχέσεων που βασίζονται στον αμοιβαίο σεβασμό και όχι στην επιβολή και τον έλεγχο.
Εξίσου σημαντικός είναι ο ρόλος του κράτους και των αρμόδιων υπηρεσιών. Η αποτελεσματική προστασία των θυμάτων έμφυλης βίας απαιτεί άμεση ανταπόκριση στις καταγγελίες, επαρκείς δομές φιλοξενίας, ψυχοκοινωνική υποστήριξη και συνεχή εκπαίδευση των επαγγελματιών που έρχονται σε επαφή με γυναίκες υψηλού κινδύνου. Κάθε χαμένη ευκαιρία παρέμβασης μπορεί να αποδειχθεί μοιραία.
Οι γυναικοκτονίες δεν είναι απλώς ένα ζήτημα εγκληματικότητας. Είναι ένας καθρέφτης των κοινωνικών ανισοτήτων που εξακολουθούν να υφίστανται. Αποτελούν υπενθύμιση ότι η ισότητα των φύλων δεν εξαντλείται στη νομοθετική κατοχύρωση δικαιωμάτων, αλλά απαιτεί καθημερινό αγώνα απέναντι σε στερεότυπα, προκαταλήψεις και πρακτικές αποκλεισμού που αναπαράγονται συχνά με τρόπο αόρατο.
Η αντιμετώπιση του φαινομένου προϋποθέτει συλλογική ευθύνη. Δεν αφορά μόνο τα θύματα, τις οικογένειές τους ή τις διωκτικές αρχές. Αφορά ολόκληρη την κοινωνία. Όσο εξακολουθούμε να ανεχόμαστε συμπεριφορές ελέγχου, υποτίμησης και έμφυλης διάκρισης, θα αφήνουμε ανοιχτό το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύσσεται η πιο ακραία μορφή βίας κατά των γυναικών. Η πραγματική πρόληψη ξεκινά από τη στιγμή που η κοινωνία θα αναγνωρίσει ότι η γυναικοκτονία δεν είναι μια ιδιωτική τραγωδία, αλλά ένα βαθύ κοινωνικό πρόβλημα που απαιτεί συλλογική εγρήγορση, θεσμική αποτελεσματικότητα και ουσιαστική δέσμευση στην ισότητα.