Γράφει ο Γιώργος Χάμπας, Κοινωνιολόγος:
Ο χειμώνας που έρχεται μπορεί να είναι ένας από τους πιο δύσκολους των τελευταίων ετών για την ελληνική οικογένεια. Και αυτή τη φορά η ανησυχία δεν έχει να κάνει μόνο με το πόσο θα κοστίσει να ζεστάνουμε το σπίτι μας, εχει να κάνει με το πόσο θα κοστίζει συνολικά η καθημερινότητά μας.
Οι γεωπολιτικές εξελίξεις που βλέπουμε γύρω μας έχουν άμεσο αντίκτυπο στην οικονομία. Όσο αυξάνεται η τιμή του πετρελαίου και γενικότερα της ενέργειας, τόσο μεγαλώνει η πίεση σε καύσιμα, μεταφορές(νέες αυξήσεις στα ακτοπλοϊκά και αεροπορικά εισιτήρια) , προϊόντα και υπηρεσίες. Το ερώτημα είναι αν αυτή η κατάσταση θα περιοριστεί ή αν θα ανοίξει ένας νέος κύκλος αυξήσεων;
Η βενζίνη αποτελεί ίσως το πρώτο καμπανάκι. Η τιμή της έχει ήδη ξεπεράσει τα 2,10 ευρώ το λίτρο και, εφόσον οι διεθνείς τιμές παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να δούμε την αμόλυβδη να πλησιάζει ακόμη και τα 2,50 ευρώ. Για έναν άνθρωπο που χρησιμοποιεί καθημερινά το αυτοκίνητό του, η διαφορά είναι μεγάλη. Ένα γέμισμα θα κοστίζει αισθητά περισσότερο και οι μετακινήσεις για τη δουλειά, τα παιδιά ή τις καθημερινές υποχρεώσεις θα επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Το πρόβλημα όμως δεν σταματά στο πρατήριο. Τα καύσιμα είναι μέρος του κόστους σχεδόν κάθε προϊόντος που αγοράζουμε. Τα φορτηγά πρέπει να μεταφέρουν τα προϊόντα, τα πλοία να μεταφέρουν εμπορεύματα και οι επιχειρήσεις να λειτουργήσουν. Όταν λοιπόν το κόστος αυτό ανεβαίνει, κάποια στιγμή φτάνει και στον καταναλωτή.
Ακόμη μεγαλύτερη αγωνία προκαλεί το πετρέλαιο θέρμανσης. Αν η τιμή του πλησιάσει τα 2 ευρώ το λίτρο, πολλές οικογένειες θα πρέπει να κάνουν πολύ δύσκολους υπολογισμούς. Πόσο πετρέλαιο θα αγοράσουν; Θα μπορέσουν να ζεστάνουν το σπίτι όπως τα προηγούμενα χρόνια ή θα περιορίσουν τη θέρμανση για να μπορέσουν να πληρώσουν τους υπόλοιπους λογαριασμούς;
Το ίδιο ισχύει και για το ηλεκτρικό ρεύμα. Ένα ακριβό ρεύμα δεν αφορά μόνο το νοικοκυριό. Αφορά και τον φούρνο, το καφέ, το εστιατόριο, το σούπερ μάρκετ, το συνεργείο, το μικρό εργαστήριο. Κάθε επιχείρηση έχει έναν λογαριασμό να πληρώσει και, όταν το κόστος λειτουργίας ανεβαίνει, η πίεση μεταφέρεται αργά ή γρήγορα στην τιμή του προϊόντος ή της υπηρεσίας.
Κάπως έτσι φτάνουμε στο σούπερ μάρκετ. Ο καταναλωτής έχει ήδη περιορίσει αρκετά τις αγορές του και έχει μάθει να ψάχνει προσφορές, να συγκρίνει τιμές και να αφήνει στο ράφι πράγματα που παλαιότερα αγόραζε χωρίς δεύτερη σκέψη. Αν όμως συνεχιστούν οι πιέσεις στην παραγωγή και στις μεταφορές, είναι πιθανό να δούμε νέες ανατιμήσεις σε βασικά προϊόντα.
Ακόμη και το πίτουρο, που μπορεί να μην βρίσκεται στο μυαλό του μέσου καταναλωτή, έχει τη δική του σημασία. Μια νέα αύξηση στις ζωοτροφές ανεβάζει το κόστος για τον κτηνοτρόφο και αυτό μπορεί τελικά να επηρεάσει προϊόντα που βρίσκονται καθημερινά στο τραπέζι μας, όπως το γάλα, τα γαλακτοκομικά και το κρέας.
Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχουν και οι μικρές καθημερινές απολαύσεις που αρχίζουν να κοστίζουν όλο και περισσότερο.
Ο καφές στο χέρι είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Για πολλούς είναι μια καθημερινή συνήθεια πριν από τη δουλειά ή στο διάλειμμα. Αν όμως η τιμή φτάσει ή ξεπεράσει τα 3 ευρώ σε αρκετά σημεία, ένας καφές κάθε μέρα μπορεί να μετατραπεί σε ένα σημαντικό μηνιαίο έξοδο.
Μετά έρχεται ο πιτόγυρος.
Για χρόνια θεωρούνταν ένα από τα πιο οικονομικά και εύκολα γεύματα. Σήμερα όμως το κρέας, η πίτα, το λάδι, τα λαχανικά, οι συσκευασίες, το ρεύμα, τα ενοίκια και οι μισθοί έχουν ανεβάσει σημαντικά το κόστος για ένα ψητοπωλείο. Αν συνεχιστούν οι αυξήσεις, δεν θα είναι παράξενο να δούμε σε κάποιες περιοχές τον πιτόγυρο να πλησιάζει τα 5 ευρώ στην Αθήνα, ενώ θεωρώ ότι σύντομα στην Χίο θα τον δούμε να ακουμπάει το 4,40-4,50.
Κάπου εδώ αλλάζει και η εικόνα. Γιατί δεν μιλάμε πλέον για το αν θα κόψουμε μια μεγάλη αγορά. Μιλάμε για πράγματα που μέχρι πρόσφατα θεωρούσαμε δεδομένα και προσιτά. Έναν καφέ, ένα γρήγορο φαγητό, μια έξοδο με τα παιδιά.
Για τους κατοίκους των νησιών υπάρχει και ένα ακόμη ζήτημα: οι μετακινήσεις. Το πλοίο δεν είναι πολυτέλεια. Είναι καθημερινή ανάγκη για χιλιάδες ανθρώπους. Είναι η σύνδεση με την Αθήνα και την υπόλοιπη Ελλάδα, για γιατρούς, νοσοκομεία, σπουδές, δουλειές, προμήθειες και οικογενειακές υποχρεώσεις. Αν το κόστος των καυσίμων παραμείνει υψηλό, οι πιέσεις στις ακτοπλοϊκές εταιρείες θα συνεχιστούν και το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων στα εισιτήρια παραμένει στο τραπέζι.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στα αεροπορικά εισιτήρια. Όταν αυξάνεται το κόστος των καυσίμων, αυξάνεται και το κόστος μιας πτήσης. Η Χίος λόγω και των έργων στο αεροδρόμιο βιώνει ήδη τεράστιες αυξήσεις.
Όμως ίσως το μεγαλύτερο ερώτημα αυτού του χειμώνα να μην αφορά μόνο τον καταναλωτή.
Αφορά τις ίδιες τις επιχειρήσεις.
Πόσο ακόμη μπορούν να αντέξουν;
Ο μικρός επαγγελματίας καλείται να πληρώσει ρεύμα, ενοίκιο, μισθούς, προμηθευτές, φόρους, καύσιμα και ασφαλιστικές υποχρεώσεις. Την ίδια στιγμή, ο πελάτης του έχει λιγότερα χρήματα στην τσέπη και γίνεται όλο και πιο προσεκτικός στις αγορές του.
Αν ο επιχειρηματίας αυξήσει τις τιμές, κινδυνεύει να χάσει πελατεία. Αν δεν τις αυξήσει, μπορεί να δουλεύει με ελάχιστο κέρδος ή ακόμη και με ζημιά.
Και εδώ βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος.
Όχι μόνο να πληρώνουμε ακριβότερα, αλλά να αρχίσουμε να βλέπουμε επιχειρήσεις που δεν θα μπορούν πλέον να ανταποκριθούν.
Το ερώτημα λοιπόν είναι αν η αγορά θα μπορέσει να απορροφήσει ένα ακόμη κύμα αυξήσεων ή αν τους επόμενους μήνες θα δούμε νέα λουκέτα. Μικρά μαγαζιά που άντεξαν τα προηγούμενα δύσκολα χρόνια, αλλά δεν θα έχουν πλέον τις ίδιες αντοχές.
Ένα καφέ της γειτονιάς, ένα ψητοπωλείο, ένα μικρό κατάστημα, ένα συνεργείο, μια οικογενειακή επιχείρηση. Επιχειρήσεις που δεν έχουν μεγάλα περιθώρια και που εξαρτώνται καθημερινά από την κατανάλωση.
Κανείς δεν μπορεί σήμερα να γνωρίζει αν η βενζίνη θα φτάσει πράγματι στα 2,50 ευρώ, αν το πετρέλαιο θέρμανσης θα αγγίξει τα 2 ευρώ ή πόσο θα κοστίζει τελικά ο καφές και ο πίτογυρος. Αυτά θα εξαρτηθούν από την πορεία των διεθνών τιμών και κυρίως από το πώς θα εξελιχθούν οι γεωπολιτικές κρίσεις.
Το σίγουρο είναι ότι η ελληνική οικογένεια μπαίνει στον χειμώνα έχοντας ήδη κουραστεί από την ακρίβεια. Και αυτή τη φορά δεν υπάρχει μόνο η αγωνία για τον λογαριασμό του σπιτιού. Υπάρχει η βενζίνη, η θέρμανση, το σούπερ μάρκετ, οι μετακινήσεις και όλα εκείνα τα μικρά έξοδα που, όταν τα προσθέσεις στο τέλος του μήνα, κάθε άλλο παρά μικρά είναι.
Και μαζί με την οικογένεια δοκιμάζεται και ο επαγγελματίας.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγάλο στοίχημα του χειμώνα: όχι αν θα ακριβύνει ένας ακόμη καφές ή ένας ακόμη πίτογυρος, αλλά αν οι πολίτες θα συνεχίσουν να μπορούν να τα αγοράζουν και αν οι επιχειρήσεις που τα προσφέρουν θα μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν.
Γιατί ένας δύσκολος χειμώνας δεν μετριέται μόνο στην τιμή της βενζίνης. Μετριέται στο τι μένει στην τσέπη στο τέλος του μήνα και στο πόσα μαγαζιά θα έχουν ακόμη τα φώτα τους ανοιχτά.
Υ.Γ Επειδή στην Ελλάδα πετάμε χαρταετό όσοι έχετε δυνατότητα ακούστε και διαβάστε τους ξένους αναλυτές, οι προβλέψεις είναι εφιαλτικές.