Γράφει ο Γιώργος Αμέντας:
Καθημερινός είναι ο αγώνας κάθε σύγχρονου γονιού για την απομάκρυνση των παιδιών του από τις οθόνες. Η απαγόρευση της χρήσης των κοινωνικών δικτύων από παιδιά κάτω των 15 ετών κινείται αναμφίβολα προς μια σωστή κατεύθυνση και ίσως δώσει ακόμα ένα επιχείρημα στην προσπάθεια των γονέων για απεξάρτηση των παιδιών από τις οθόνες. Το ερώτημα όμως που τίθεται είναι αν αρκεί από μόνη της για να αντιμετωπίσει ένα τόσο σύνθετο φαινόμενο.
Η πραγματικότητα δείχνει πως όχι. Η υπερβολική χρήση του διαδικτύου από τα παιδιά και τους εφήβους δεν είναι ένα μεμονωμένο πρόβλημα που λύνεται με μια απλή διοικητική ή νομική απόφαση. Αντίθετα, είναι αποτέλεσμα βαθύτερων κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών. Στη χώρα μας, η χρήση του διαδικτύου έχει εκτοξευθεί, και όχι τυχαία. Για πολλές οικογένειες αποτελεί την πιο προσιτή μορφή ψυχαγωγίας γιατί με ένα σχετικά χαμηλό μηνιαίο κόστος, εξασφαλίζεται σχεδόν απεριόριστη «απασχόληση» για όλα τα μέλη του σπιτιού.
Αυτό όμως έχει και το τίμημά του. Η οθόνη αντικαθιστά την κοινωνική επαφή, την άθληση, τη δημιουργικότητα. Και εδώ ακριβώς αποδεικνύεται ότι η απαγόρευση, όσο καλοπροαίρετη ή αναγκαία κι αν είναι, δεν αρκεί. Αν θέλουμε ουσιαστική αλλαγή, χρειάζεται μια ολοκληρωμένη πολιτική που θα προσφέρει πραγματικές εναλλακτικές στα παιδιά.
Αρχικά, απαιτούνται ισχυρά οικονομικά κίνητρα για τις οικογένειες. Η συμμετοχή σε αθλητικές ομάδες, πολιτιστικούς συλλόγους ή χορευτικά σωματεία συχνά συνεπάγεται σημαντικό κόστος. Για πολλές οικογένειες, αυτό λειτουργεί αποτρεπτικά. Η πολιτεία οφείλει να στηρίξει αυτές τις επιλογές μέσω επιδοτήσεων, φοροελαφρύνσεων ή ακόμη και κουπονιών δραστηριοτήτων για κάθε παιδί.
Επιπλέων είναι αναγκαία η δημιουργία και αναβάθμιση δημόσιων υποδομών. Παιδικές χαρές, ανοιχτοί χώροι άθλησης, γήπεδα και κολυμβητήρια πρέπει να υπάρχουν σε κάθε γειτονιά και δήμο αντίστοιχα και να είναι προσβάσιμα, ασφαλή και σύγχρονα. Δεν μπορούμε να ζητάμε από τα παιδιά να αφήσουν τις οθόνες όταν δεν έχουν πού αλλού να στραφούν.
Ακόμα, το σχολείο μπορεί και πρέπει να παίξει καθοριστικό ρόλο. Η ενίσχυση των εξωσχολικών δραστηριοτήτων μέσα από το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα, με αθλητικά προγράμματα, καλλιτεχνικά εργαστήρια και ομαδικές δράσεις, μπορεί να δώσει διέξοδο και να καλλιεργήσει δεξιότητες πέρα από τη στείρα χρήση της τεχνολογίας. Επίσης η παραχώρηση προς χρήση της αυλής του σχολείου της γειτονίας για ελεύθερο παιχνίδι θα δώσει διέξοδο στα παιδιά των περιοχών που δεν υπάρχουν ελεύθεροι και ασφαλείς χώροι αναψυχής!
Όσον αφορά την ίδια την εφαρμογή της απαγόρευσης, αυτή δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στην τιμωρία, αλλά απαιτεί έναν συνδυασμό εργαλείων και παρεμβάσεων. Συγκεκριμένα, είναι απαραίτητη η υποχρεωτική επιβεβαίωση ηλικίας στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης με αξιόπιστα και ασφαλή μέσα, καθώς και η ενίσχυση του γονικού ελέγχου μαζί με την εκπαίδευση των γονέων στη σωστή χρήση του. Παράλληλα, κρίνεται σημαντική η συνεργασία με τις ίδιες τις πλατφόρμες για τον αποτελεσματικό περιορισμό της πρόσβασης ανηλίκων, ενώ οι εκστρατείες ενημέρωσης για τις επιπτώσεις της υπερβολικής χρήσης πρέπει από σήμερα να ξεκινήσουν και να απευθύνονται τόσο στα παιδιά όσο και στους γονείς. Τέλος, η εφαρμογή των μέτρων οφείλει να γίνει σταδιακά, με μια μεταβατική περίοδο, ώστε να διευκολυνθεί η προσαρμογή και να αποφευχθούν απότομες αντιδράσεις.
Η ουσία είναι μία, δεν μπορούμε να αφαιρούμε χωρίς να προσφέρουμε. Αν η πολιτεία θέλει πραγματικά να περιορίσει την εξάρτηση των παιδιών από τα κοινωνικά δίκτυα, οφείλει να δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου οι νέοι θα έχουν λόγους να ζουν, να κινούνται και να δημιουργούν έξω από την οθόνη. Η απαγόρευση μπορεί να είναι η αρχή. Αλλά σίγουρα δεν είναι η λύση.